Πόσο πολύ, πόσο πολύ
Πόσο πολύ σ'αγάπησα
Πόσο πολύ σ'αγάπησα
ποτέ δε θα το μάθεις
Απ'τη ζωή, απ' τη ζωή
Απ'τη ζωή μου πέρασες
κι αλάργεψες κι εχάθης
Καθώς τα διαβατάρικα
κι αγύριστα πουλιά
Πόσο πολύ σ'αγάπησα
ποτέ δε θα το μάθεις
Κι αν δεν προσμένεις να με δεις
κι αν δεν προσμένεις να με δεις
κι εγώ πως θα ξανάρθεις
Εσύ του πρώτου ονείρου μου
γλυκύτατη πνοή
Αιώνια θα το τραγουδώ
αιώνια θα το τραγουδώ
κι εσύ δε θα το μάθεις
πως οι στιγμές που μου 'δωσες
αξίζουν μια ζωή
Πόσο πολύ σ'αγάπησα
ποτέ δε θα το μάθεις
Σάββατο 27 Ιουνίου 2009
Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009
καποτε θα 'ρθουν
Κάποτε θα 'ρθουν να σου πουν
πως σε πιστεύουν σ' αγαπούν
και πως σε θένε
Εχε το νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί
ψέματα λένε
Κάποτε θα 'ρθουν γνωστικοί
λογάδες και γραμματικοί
για να σε πείσουν
Εχε το νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί
θα σε πουλήσουν
πως σε πιστεύουν σ' αγαπούν
και πως σε θένε
Εχε το νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί
ψέματα λένε
Κάποτε θα 'ρθουν γνωστικοί
λογάδες και γραμματικοί
για να σε πείσουν
Εχε το νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί
θα σε πουλήσουν
Κυριακή 14 Ιουνίου 2009
αχ κοριτσακι..
...''Γιατὶ δὲν εἶναι κοριτσάκι
νὰ μάθεις μόνο ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει,
εἶναι νὰ γίνεις
ὅ,τι ζητάει
ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου.
Ἄλλη χαρὰ
δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη
ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ποὺ δίνεις
Νὰ τὸ θυμᾶσαι κοριτσάκι...''
νὰ μάθεις μόνο ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει,
εἶναι νὰ γίνεις
ὅ,τι ζητάει
ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου.
Ἄλλη χαρὰ
δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη
ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ποὺ δίνεις
Νὰ τὸ θυμᾶσαι κοριτσάκι...''
XVI
Χαρά χαρά.
Δε μας νοιάζει
τι θ' αφήσει το φιλί μας
μέσα στο χρόνο και στο τραγούδι.
Αγγίξαμε
το μέγα άσκοπο
που δε ζητά το σκοπό του.
Ο Θεός
πραγματοποιεί τον εαυτό του
στο φιλί μας.
Περήφανοι εκτελούμε
την εντολή του απείρου.
'Ενα μικρό παράθυρο
βλέπει τον κόσμο.
'Ενα σπουργίτι λέει
τον ουρανό.
Σώπα.
Στην κόγχη των χειλιών μας
εδρεύει το απόλυτο.
Σωπαίνουμε κι ακούμε
μες στο γαλάζιο βράδυ
την ανάσα της θάλασσας
καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου
που δε μπορεί να χωρέσει
την ευτυχία του.
'Ενα άστρο έπεσε.
Είδες;
Σιωπή.
Κλείσε τα μάτια.
Δε μας νοιάζει
τι θ' αφήσει το φιλί μας
μέσα στο χρόνο και στο τραγούδι.
Αγγίξαμε
το μέγα άσκοπο
που δε ζητά το σκοπό του.
Ο Θεός
πραγματοποιεί τον εαυτό του
στο φιλί μας.
Περήφανοι εκτελούμε
την εντολή του απείρου.
'Ενα μικρό παράθυρο
βλέπει τον κόσμο.
'Ενα σπουργίτι λέει
τον ουρανό.
Σώπα.
Στην κόγχη των χειλιών μας
εδρεύει το απόλυτο.
Σωπαίνουμε κι ακούμε
μες στο γαλάζιο βράδυ
την ανάσα της θάλασσας
καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου
που δε μπορεί να χωρέσει
την ευτυχία του.
'Ενα άστρο έπεσε.
Είδες;
Σιωπή.
Κλείσε τα μάτια.
Σάββατο 13 Ιουνίου 2009
TO ΜΑΥΡΟ ΠΡΟΒΑΤΟ
Τις μαύρες μέρες τριγυρνώ, δεν ησυχάζω, δεν αράζω,
γουστάρω να τη σπάσω ή μερικούς δεν σκαμπάζω
γι' αυτό λοιπόν, θα 'ξηγηθώ παράξενο παραμυθάκι
όλο και κάποιο θα ιδρώσει ανήσυχο αυτάκι.
Μια ρετσινιά μου αφήσανε για κληρονομιά μου, τη πρόβια μου
μπορεί να ήταν τύχη μου μπορεί και καντεμιά μου.
Μαύρο αρνί με γέννησε σε κάτασπρο κοπάδι
άλλοι της μάνας το χάδι, παρηγοριά είχα το σκοτάδι
όσο μεγάλωνα κι όσο ξεχώριζα από τ' αλλά
σκούρα ξερή καρκαλα σα τη μύγα μες το γάλα
στη στάνη με τα αδέρφια μου δεν πλάγιαζα τα βράδια
δεν με χωρούσαν οι αγροί και τα λιβάδια
κι αυτά βέλαζαν χαρωπά για τη πλούσια βοσκή
σούζα στη ξύλινη βέργα του τσιφλικά την προσταγή,
μα εγώ αλώνιζα, δεν μου φτάνε ολόκληρο χωράφι
γκρέμιζα τα παλούκια από το φράχτη
κι έτσι η ράχη μου γέμιζε ουλές και σημάδια
ξύλο πολύ για ξεπορτίσματα ρημαδιά
παρ' ότι ο μαύρος φλόμωσα από το βάρη ξυλίκι
γιατί ο αφέντης φρόντιζε να μην με φανε οι λύκοι
Μου αφήσανε τη ρετσινιά που κουβαλάει η προβιά μου
μπορεί και να 'ταν τύχη μου, μπορεί και γκαντεμιά μου
είμαι το μαύρο πρόβατο κι έχω ούλες στη ράχη
από τα ξεπορτίσματα και το ψηλό το φράχτη.
Αράξτε στο τσιφλίκι σας, στο κάτασπρο κοπάδι
θρεφτάρια για σφαγείο, βοσκή έχει στο λιβάδι
Είμαι το μαύρο πρόβατο, γλίτωσα από το τσιγκέλι
την έκανα παρέα με τους λύκους στην αγέλη.
Έτσι το έσκασα μια μαύρη νύχτα από το τσιφλίκι
κρυφά να μην μου στήσουνε καλαμπαλίκι.
Στο συρματόπλεγμα άφησα άλλη μια τούφα απ' το μαλλί μου
και πότισε αίμα απ' το πετσί μου
το σκούρο χρώμα αφού ξεράθηκε κι αυτό πάνω στο χώμα
τα παλιά μου χωράφια με γυρεύουν ακόμα
όμως, τα βρήκα με τη δόλια ρετσινιά μου,
αφού το γάλα που θα έβγαζαν αν αρμέγαν τα βυζιά μου
θα 'ταν μαύρο κι αυτό - ρε δεν μου παει το τσιγκέλι
καλύτερά να τα 'χω με τους λύκους γάλα - μέλι
αυτοί δεν θα 'βαζαν σκυλιά για να με ψάξουν
ούτε θα με έτρεφαν ποτέ για να με σφάξουν
απ' ευθείας θα βαρούσαν στο ψαχνό ένα πουρνό
ξέρω ακριβώς τι περιμένω από ένα λύκο στο βουνό.
Πέταξα λοιπόν από το λαιμό το κουδουνάκι
γούσταρα που για Πάσχα δεν θα 'μουνα το μεζεδάκι
τον αφεντάδων χάλασα το μέγα το τσιμπούσι
τώρα από τη βίγλα μου κοιτάω το λεφούσι
Αράξτε στο τσιφλίκι σας στις ζεστές και τα χιονιά
κι ας είμαι μαύρο πρόβατο εγώ θα μείνω αιώνια.
ΑCTIVE MEMBER
γουστάρω να τη σπάσω ή μερικούς δεν σκαμπάζω
γι' αυτό λοιπόν, θα 'ξηγηθώ παράξενο παραμυθάκι
όλο και κάποιο θα ιδρώσει ανήσυχο αυτάκι.
Μια ρετσινιά μου αφήσανε για κληρονομιά μου, τη πρόβια μου
μπορεί να ήταν τύχη μου μπορεί και καντεμιά μου.
Μαύρο αρνί με γέννησε σε κάτασπρο κοπάδι
άλλοι της μάνας το χάδι, παρηγοριά είχα το σκοτάδι
όσο μεγάλωνα κι όσο ξεχώριζα από τ' αλλά
σκούρα ξερή καρκαλα σα τη μύγα μες το γάλα
στη στάνη με τα αδέρφια μου δεν πλάγιαζα τα βράδια
δεν με χωρούσαν οι αγροί και τα λιβάδια
κι αυτά βέλαζαν χαρωπά για τη πλούσια βοσκή
σούζα στη ξύλινη βέργα του τσιφλικά την προσταγή,
μα εγώ αλώνιζα, δεν μου φτάνε ολόκληρο χωράφι
γκρέμιζα τα παλούκια από το φράχτη
κι έτσι η ράχη μου γέμιζε ουλές και σημάδια
ξύλο πολύ για ξεπορτίσματα ρημαδιά
παρ' ότι ο μαύρος φλόμωσα από το βάρη ξυλίκι
γιατί ο αφέντης φρόντιζε να μην με φανε οι λύκοι
Μου αφήσανε τη ρετσινιά που κουβαλάει η προβιά μου
μπορεί και να 'ταν τύχη μου, μπορεί και γκαντεμιά μου
είμαι το μαύρο πρόβατο κι έχω ούλες στη ράχη
από τα ξεπορτίσματα και το ψηλό το φράχτη.
Αράξτε στο τσιφλίκι σας, στο κάτασπρο κοπάδι
θρεφτάρια για σφαγείο, βοσκή έχει στο λιβάδι
Είμαι το μαύρο πρόβατο, γλίτωσα από το τσιγκέλι
την έκανα παρέα με τους λύκους στην αγέλη.
Έτσι το έσκασα μια μαύρη νύχτα από το τσιφλίκι
κρυφά να μην μου στήσουνε καλαμπαλίκι.
Στο συρματόπλεγμα άφησα άλλη μια τούφα απ' το μαλλί μου
και πότισε αίμα απ' το πετσί μου
το σκούρο χρώμα αφού ξεράθηκε κι αυτό πάνω στο χώμα
τα παλιά μου χωράφια με γυρεύουν ακόμα
όμως, τα βρήκα με τη δόλια ρετσινιά μου,
αφού το γάλα που θα έβγαζαν αν αρμέγαν τα βυζιά μου
θα 'ταν μαύρο κι αυτό - ρε δεν μου παει το τσιγκέλι
καλύτερά να τα 'χω με τους λύκους γάλα - μέλι
αυτοί δεν θα 'βαζαν σκυλιά για να με ψάξουν
ούτε θα με έτρεφαν ποτέ για να με σφάξουν
απ' ευθείας θα βαρούσαν στο ψαχνό ένα πουρνό
ξέρω ακριβώς τι περιμένω από ένα λύκο στο βουνό.
Πέταξα λοιπόν από το λαιμό το κουδουνάκι
γούσταρα που για Πάσχα δεν θα 'μουνα το μεζεδάκι
τον αφεντάδων χάλασα το μέγα το τσιμπούσι
τώρα από τη βίγλα μου κοιτάω το λεφούσι
Αράξτε στο τσιφλίκι σας στις ζεστές και τα χιονιά
κι ας είμαι μαύρο πρόβατο εγώ θα μείνω αιώνια.
ΑCTIVE MEMBER
Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009
ΚΙ ΟΛΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΑΛΛΙΩΣ...
''Σήμερα, σαν να ‘μαι εσύ, ψυχή μου,
κράτα με όπως δε σ' έχουν κρατήσει ποτέ.
άκουσα να λέτε φωνές του ανέμου
τ' όνομά μου και μια προσευχή τρεις φορές.
Έφτασε ένα δάκρυ στων χειλιών την άκρη,
τρέχει στο αυλάκι απ' το πρώτο φιλί,
μέσα του είδα να τρέχεις και συ.
Μη με θυμάσαι αν δεν είσαι εδώ.
Δώσε μου σαν να ‘σαι εδώ, ψυχή μου,
δώσε μου ό,τι δεν σου έχουν χαρίσει ποτέ.
Έφτασε ένα δάκρυ στων χειλιών την άκρη,
κι αν το χαμόγελο πέφτει στη γη,
με την ματιά της το παίρνει αυτή,
το ρίχνει εμπρός κι όλα αρχίζουν αλλιώς. ''
κράτα με όπως δε σ' έχουν κρατήσει ποτέ.
άκουσα να λέτε φωνές του ανέμου
τ' όνομά μου και μια προσευχή τρεις φορές.
Έφτασε ένα δάκρυ στων χειλιών την άκρη,
τρέχει στο αυλάκι απ' το πρώτο φιλί,
μέσα του είδα να τρέχεις και συ.
Μη με θυμάσαι αν δεν είσαι εδώ.
Δώσε μου σαν να ‘σαι εδώ, ψυχή μου,
δώσε μου ό,τι δεν σου έχουν χαρίσει ποτέ.
Έφτασε ένα δάκρυ στων χειλιών την άκρη,
κι αν το χαμόγελο πέφτει στη γη,
με την ματιά της το παίρνει αυτή,
το ρίχνει εμπρός κι όλα αρχίζουν αλλιώς. ''
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)